ΗΠΑ – Ενδιάμεσες εκλογές: Πλήρης επικράτηση των Δημοκρατικών εν μέσω αντιθέσεων

Επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο Σώματα του Κογκρέσου δείχνουν τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, οι οποίες διεξήχθησαν σε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων μέσα στις ΗΠΑ, στο έδαφος του σφοδρού ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, αλλά και αυξανόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας για την αντιλαϊκή πολιτική εντός των συνόρων και για τις επιπτώσεις των αμερικανικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.

Στο σφοδρό διαγκωνισμό μεταξύ των δύο βασικών κομμάτων του αμερικανικού κεφαλαίου, οι Ρεπουμπλικάνοι του προέδρου των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ χάνουν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, ενώ μέχρι σήμερα διατηρούσαν οριακή πλειοψηφία και στα δύο Σώματα.

Τα δύο αστικά κόμματα ταυτίζονται στις αιματοβαμμένες στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης των ΗΠΑ στο πλαίσιο του σφοδρού ανταγωνισμού με την Κίνα για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, στις εγκληματικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις για την υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων, όπως και στην ένταση της αντιλαϊκής πολιτικής και της καταστολής στο εσωτερικό.

Με τα μέχρι τώρα αποτελέσματα, οι Δημοκρατικοί κερδίζουν μια σειρά έδρες των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία, όπως σε Βόρεια Καρολίνα, Οχάιο, Αϊόβα, Τέξας, Νότια Καρολίνα και Κάνσας.

Σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν έδρες που ελέγχονταν εδώ και δεκαετίες από τους Ρεπουμπλικάνους, όπως στο Τέξας όπου οι Δημοκρατικοί είχαν να κερδίσουν από το 1988, καθώς και στο Κάνσας όπου είχαν να επικρατήσουν από το μακρινό 1932.

Αντίστοιχα αποτελέσματα καταγράφονται και στις εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, δίνοντας τον έλεγχό της στους Δημοκρατικούς.

Το προεδρικό σύστημα των ΗΠΑ διασφαλίζει μεγάλες εξουσίες στον Αμερικανό πρόεδρο, ακόμα και όταν το κόμμα του χάνει τον έλεγχο του Κογκρέσου, ωστόσο οι Δημοκρατικοί με τα νέα δεδομένα θα μπορούν να έχουν πιο ενισχυμένη θέση στα ενδοαστικά παζάρια, ελέγχοντας μεταξύ άλλων τους διορισμούς ανώτατων αξιωματούχων από την κυβέρνηση Τραμπ.