Στο πλαίσιο της εκδήλωσης που διοργάνωσε η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ το απόγευμα της Δευτέρας σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας με θέμα: «Η Ελλάδα και η Τουρκία στη δίνη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η διέξοδος για τους λαούς», μετά την ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, ακολούθησαν παρεμβάσεις.
Αρνούμαστε να θεωρούμε αυτονόητο ότι εμείς και τα παιδιά μας πρέπει να πολεμήσουν για συμφέροντα που δεν είναι δικά μας

Ο Βάιος Τσαπρούνης, Υπολοχαγός (Υλικού Πολέμου – Πυροτεχνουργών), Πρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής του Συνδέσμου Στρατιωτικών και Μελών Οικογενειών Στρατιωτικών (ΣΥΣΜΟΣ), σημείωσε ότι «Γνωρίζουμε ότι η ενδεχόμενη μελλοντική πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία διαφαίνεται ότι θα οφείλεται στους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων των δύο χωρών και των μεγάλων ομίλων που ορέγονται κέρδη στις πλάτες των λαών» και ξεκαθάρισε ότι «για να μην υπάρξουν παρερμηνείες: Οι τουρκικές διεκδικήσεις και η αμφισβήτηση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι υπαρκτές. Δεν μπορούν να αγνοούνται! Η υπεράσπιση της χώρας και των συνόρων της αποτελεί υποχρέωση των Ενόπλων Δυνάμεων, άρα και δική μας. Αλλο, όμως, η υπεράσπιση της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και άλλο η συμμετοχή σε σχεδιασμούς που υπηρετούν ανταγωνισμούς και συμφέροντα πέρα από την άμυνά της, που καμία σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντα και την ευημερία των δύο λαών».
«Ο Ελληνας στρατιωτικός», συνέχισε σημειώνοντας μεταξύ άλλων, «οφείλει να γνωρίζει την αποστολή του, να εκπαιδεύεται για να την εκτελεί και να είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τη χώρα. Δικαιούται, όμως, και πρέπει να γνωρίζει και να συζητά τον σκοπό των αποστολών στις οποίες συμμετέχει, τις αποφάσεις που τις καθορίζουν και τις συνέπειες των ευρύτερων σχεδιασμών στους οποίους εντάσσεται η χώρα. (…)
Επικαλούνται τον πατριωτισμό και την εθνική συνείδηση, ζητώντας από όλους να στοιχηθούν πίσω από τις κυβερνητικές επιλογές χωρίς να εξετάζουν τις αιτίες και τους στόχους τους. Επιβάλλουν σιωπητήριο. Ο πατριωτισμός, όμως, δεν απαιτεί σιωπή. Δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική αποστολή, κάθε εξοπλιστική επιλογή και κάθε διεθνής δέσμευση πρέπει να θεωρείται αυτονόητα ότι γίνεται προς όφελος του λαού. Οπως και δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι όποιος θέτει αυτά τα ερωτήματα, αμφισβητεί την ανάγκη υπεράσπισης της χώρας. (…)
Δεν φοβόμαστε να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας. Αρνούμαστε να θεωρούμε αυτονόητο ότι εμείς και τα παιδιά μας πρέπει να πολεμήσουν για συμφέροντα που δεν είναι δικά μας. Αυτή είναι η αγωνία των στρατιωτικών, των αποστράτων και των οικογενειών μας. Και αυτή είναι η ευθύνη μας: Να υπερασπιζόμαστε τη χώρα, να αναζητούμε την αλήθεια πίσω από τα διάφορα “κλισέ” και να αγωνιζόμαστε, ώστε οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας να μη γίνουν αντίπαλοι σε έναν πόλεμο για συμφέροντα ξένα προς αυτούς, που όμως θα πληρώσουν με το αίμα τους».
Τα Ελληνοτουρκικά προβλήματα βρίσκονται σε μεγάλη όξυνση

Στην παρέμβασή του ο Παναγιώτης Χατζηπέρος, Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που συμμετείχε στην ανταρσία του Αντιτορπιλικού «Βέλος» το 1973 ενάντια στη χούντα, μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Φυλακισθέντων & Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974 (ΣΦΕΑ), χαρακτήρισε «επίκαιρη όσο ποτέ» την εκδήλωση, επισημαίνοντας πως «τα ελληνοτουρκικά προβλήματα βρίσκονται σε μεγάλη όξυνση.
«Τα γεγονότα τρέχουν με γρήγορους ρυθμούς και η κλιμάκωση είναι συνεχής», ενώ τόνισε πως «το ΚΚΕ είναι ουσιαστικά το μόνο κόμμα που έχει αποκρυσταλλωμένη άποψη για τα ελληνοτουρκικά θέματα».
Στάθηκε στην πορεία κλιμάκωσης των απαιτήσεων και αμφισβητήσεων από την Τουρκία, ενώ σημείωσε πως «μετά τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου του 1982 στο Μοντέγκο Bay της Τζαμάικα, που υπέγραψε η χώρα μας, αλλά όχι η Τουρκία- η οποία εφαρμόζει βέβαια επιλεκτικά σε άλλες περιοχές, όπως είναι στη Μαύρη Θάλασσα- και οι ΗΠΑ για ευνόητους λόγους, είχαμε κλιμάκωση αυτών των απαιτήσεων και αμφισβητήσεων».
«Με την κύρωση της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών από το ελληνικό Κοινοβούλιο, που έγινε τον Ιούλιο του 1994 και η θέση της σε ισχύ τον Νοέμβριο του επόμενου έτους διεθνώς κατοχύρωσε και νομικά το δικαίωμα της χώρας μας να επεκτείνει μονομερώς τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ.», συμπλήρωσε και αναφέρθηκε στο επίσημο ψήφισμα της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, που «εξουσιοδοτούσε την τουρκική κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει ακόμα και βία (casus belli) εάν η Αθήνα αποφάσιζε να εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο και την επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ.».
Επεσήμανε ότι έκτοτε η θέση αυτή αποτελεί βασικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, και αναφέρθηκε στις κινήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στα παραπάνω, προσθέτοντας επίσης πως «αποτέλεσμα όλων αυτών των ιμπεριαλιστικών παιχνιδιών είναι η συνεχής οικονομική αιμορραγία σε βάρος των χωρών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την Υγεία, την Παιδεία, την κοινωνική μέριμνα και την ευημερία των λαών».
Για τα συμφέροντα της αστικής τάξης η στροφή των Ενόπλων Δυνάμεων στις ΝΑΤΟικές διαδικασίες

Στην παρέμβασή του ο Κώστας Πολύζος Σμήναρχος ε.α., υπογράμμισε για τα ελληνοτουρκικά ότι «το τελευταίο διάστημα εισερχόμαστε και πάλι σε μία φάση σφοδρής όξυνσης», συμπληρώνοντας πως «σε συνδυασμό με την όξυνση των διεθνών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, δείχνει να είναι ιδιαίτερα ανησυχητική με υψηλό τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου ή και μιας γενικευμένης σύγκρουσης».
Σημείωσε πως σε κάθε φάση αυτών των κύκλων όξυνσης και «σταθερότητας» οι Ενοπλες Δυνάμεις (ΕΔ) των δύο είναι το βασικό εργαλείο για την επίτευξη των στόχων τους και παρέθεσε βασικά σημεία των προηγούμενων δεκαετιών έως σήμερα.
Επισήμανε ότι «επί δεκαετίες (1984, 2006, 2010) οι τουρκικές επιδιώξεις στο Αιγαίο υποστηρίχτηκαν ανοιχτά από το ΝΑΤΟ, μέσα κυρίως από τον “επιχειρησιακό έλεγχο” που ασκούσαν τα στρατηγεία του».
Αναφερόμενος στις περίφημες «διερευνητικές επαφές» και τα «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» υπό την αμερικανοΝΑΤΟική εποπτεία και καθοδήγηση, σημείωσε πως την ίδια περίοδο «ξεκινά στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ) ένα νέο πρόγραμμα υιοθέτησης και εφαρμογής ΝΑΤΟικών διαδικασιών στο καθημερινό επιχειρησιακό έργο».
«Η απότομη και επίμονη αυτή στροφή στην υιοθέτηση και εφαρμογή ΝΑΤΟικών διαδικασιών τα χρόνια εκείνα είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση και απορία στο προσωπικό που συμμετείχε για τον σκοπό και τη χρησιμότητα, καθώς πολλές φορές οι διαδικασίες αυτές προκαλούσαν προβλήματα στην εφαρμογή των εθνικών σχεδίων για την αντιμετώπιση του εξ ανατολών κινδύνου που ήταν μέχρι τότε η βασική αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων», υπογράμμισε.
Εξήγησε πως «η ελληνική αστική τάξη είχε αρχίσει από τότε να ψάχνει νέους πιθανούς δρόμους για την επέκταση της κερδοφορίας της με τη συμμετοχή και εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς πέρα από τα σύνορά μας, σταθερά ταγμένη στο πλευρό Αμερικής – ΝΑΤΟ – ΕΕ, προσδοκώντας σε κομμάτι από τα λάφυρα του πολέμου».
Καταλήγοντας ανέφερε:
«Η ελληνική αστική τάξη, με ηχηρούς τίτλους όπως “Ειρηνευτική Αποστολή”, “Ενεργειακή Ασφάλεια” κ.λπ. χρησιμοποιώντας σαν όχημα και βασικό εργαλείο τις ΕΔ της χώρας, εκθέτει σε σοβαρό κίνδυνο όχι μόνο το προσωπικό των ΕΔ αλλά και τον ίδιο τον λαό.
Η στάση της γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη, καθώς η αυξανόμενη συνεργασία της με το Ισραήλ την περίοδο αυτή οξύνει ακόμη περισσότερο την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.
Για τους λόγους αυτούς είναι πολύ σημαντικό οι Ελληνες στρατιωτικοί να προβληματιστούν από όλες αυτές τις εξελίξεις και να συνταχθούν μαζί με τον λαό στον αγώνα για την απεμπλοκή της Ελλάδας από αυτούς τους σχεδιασμούς και τα πολεμικά μέτωπα».
Μια φιλολαϊκή ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών θα άλλαζε τα γεωπολιτικά δεδομένα

«Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον με έντονα και μόνιμα αναθεωρητικά χαρακτηριστικά», σημείωσε στην παρέμβασή του ο Ευάγγελος Χωραφάς, διευθυντής του ιστότοπου Geoeurope.
Αναφέρθηκε στους στόχους της Τουρκίας, η οποία «προσπαθεί να ανακηρυχθεί όχι μόνο περιφερειακή υπερδύναμη, αλλά μια κεντρική δύναμη, όχι μόνο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου, αλλά και στον μουσουλμανικό κόσμο», όπως και στο Ισραήλ, επισημαίνοντας πως «η άρνηση επίλυσης του Παλαιστινιακού από την πλευρά του, που κατέληξε στη γενοκτονία της Γάζας και οι πρόσφατοι πόλεμοι εναντίον του Ιράν, διατηρούν την αναθεωρητική του στρατηγική πάντα στην πρώτη γραμμή». Ενώ σε άλλο σημείο επισήμανε και το ενδεχόμενο «να υπάρξει στρατιωτική σύγκρουση Ισραήλ – Τουρκίας, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων». Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στη «φάση μετάβασης» στην οποία βρίσκεται η Κύπρος, στο γεγονός πως έχει «υπογράψει συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, που φέρνουν νέες στρατιωτικές βάσεις στο νησί. Η δημιουργία του άξονα Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ δημιουργεί νέα δεδομένα για τη Λευκωσία στα θέματα ασφάλειας».
Στάθηκε ακόμη αναλυτικά και στις εξελίξεις και στον ρόλο που διαδραματίζουν άλλα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, στον ρόλο των ΗΠΑ που «αν και θα ήθελαν να στραφούν προς την Ασία για την αντιμετώπιση της Κίνας, έχουν πυκνώσει τις παρεμβάσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή», όπως και στη στασιμότητα και τον εγκλωβισμό μετά τη στασιμότητα στον πόλεμο με το Ιράν που ξεκίνησαν μαζί με το Ισραήλ, όπως και στην παρουσία Ρωσίας και Κίνας στην περιοχή, την προσπάθεια αναχαίτισης της επιρροής τους από την πλευρά της ΕΕ.
Κλείνοντας σημείωσε πως «υπάρχει η προοπτική της ανατροπής των πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών στη χώρα. Μια τέτοια ανατροπή σε φιλολαϊκή κατεύθυνση θα άλλαζε και τα γεωπολιτικά δεδομένα και ισορροπίες και θα μας οδηγούσε σε άλλου είδους αμυντικές λογικές, σε κοινωνική βάση. Σε αυτή την πορεία το ΚΚΕ εντάσσεται, είναι μια πρωτοποριακή δύναμη και αυτό είναι σε θετική κατεύθυνση».
Τα συμφέροντα των αστικών τάξεων πίσω από τις επίσημες «στρατηγικές κατευθύνσεις» και τα «δόγματα»

Η Αμαλία Παπασωτηρίου, Σμήναρχος ε.α. απηύθυνε χαιρετισμό εκ μέρους συναδέλφων της που σε συζήτηση για την εκδήλωση της παρέδωσαν γραπτώς σκέψεις και εκτιμήσεις, τις οποίες και παρέθεσε στην ομιλία της.
«Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τη δύναμη και τις επιδιώξεις των αρχουσών τάξεών του. Οταν αλλάζει αυτή η δύναμη, αλλάζει και η στρατηγική», σημείωσε, παραπέμποντας στη σχέση οικονομίας – πολιτικής.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκε στην πρώτη διατύπωση της ιδέας της «Γαλάζιας Πατρίδας», το 2006, και έθεσε το ερώτημα: «Πώς φτάσαμε μια τότε παραγνωρισμένη ιδέα, που δεν απασχολούσε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη της χώρας μας, περίπου 15 χρόνια μετά να γίνεται πρωτοσέλιδο στις ελληνικές κυρίως εφημερίδες και να συζητείται σε τόπους συνάθροισης;». Απάντησε παραθέτοντας μια σειρά οικονομικά δεδομένα για την Τουρκία από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, για να τονίσει ότι «μια άρχουσα τάξη που μεγαλώνει οικονομικά διεκδικεί και μεγαλύτερο χώρο σε αγορές, πόρους και επιρροή.
Συνεπώς, αυτό που συντελείται είναι η διαμόρφωση των υλικών συνθηκών που πραγματώνουν μια ιδέα και τη μετατρέπουν σε δόγμα και επίσημη στρατηγική κατεύθυνση, κάπου γύρω στο 2019».
Ακολούθως αναφέρθηκε στην αντίστοιχη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας την ίδια περίοδο, και στη βασική στόχευση της ελληνικής αστικής τάξης «να κάνει ρελάνς μέσω της αναβάθμισής της σε ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, σε αντίθεση με την Τουρκία».
«Σε χωρικό επίπεδο», διευκρίνισε, «οι παραπάνω αντιθέσεις μεταξύ των δύο αστικών τάξεων εκδηλώνονται στην περιοχή του Αιγαίου και ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου, και όταν δύο αναπτυξιακές στρατηγικές διεκδικούν τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, η τριβή γίνεται δομική. Ωστόσο, το διμερές ζήτημα δεν μπορούμε να το δούμε ξεκομμένα, καθώς εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ανταγωνισμών ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία, Κίνα και περιφερειακές δυνάμεις. Αυτό ακριβώς σημαίνει η “δίνη” στον τίτλο της εκδήλωσης: Οι εξελίξεις δεν καθορίζονται μόνο σε Αθήνα και Αγκυρα».
Κλείνοντας τόνισε πως «για την ευημερία του λαού μας, όπως και κάθε λαού, αναγκαία συνθήκη είναι μια άλλη εξουσία, η εργατική, χωρίς ΝΑΤΟ, βάσεις και ΕΕ, ώστε ο πλούτος της χώρας μας να μην αφορά μόνο τον έλεγχό του αλλά και τη διανομή του με δίκαιο τρόπο, ώστε να ζήσουμε ανθρώπινα!».
Το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος να σταθεί στο πλευρό του λαού που αντιστέκεται στην εμπλοκή

Ο Κωνσταντίνος Καρβέλης, Πλοίαρχος ε.α. Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής πρώην Υποδιοικητής Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Ηπείρου υπογράμμισε ότι «Η όξυνση των ελληνοτουρκικών ανταγωνισμών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, με την προώθηση της “Γαλάζιας Πατρίδας” και τη δημιουργία των νέων τουρκικών “θαλάσσιων πάρκων”, αναδεικνύει το γεγονός ότι οι θαλάσσιες ζώνες μετατρέπονται σε ολοένα και πιο σύνθετα πεδία γεωπολιτικών και συνοριακών ανταγωνισμών».
Στάθηκε στο κρίσιμο για το Λιμενικό ερώτημα, καθώς και την απάντηση, διερωτώμενος αν: «Μήπως, κάτω από το βάρος της πολιτικής αποτροπής της ΕΕ, προς όφελος των μεγάλων εταιρειών Ενέργειας και της εντεινόμενης γεωπολιτικής “επιτήρησης” του Αιγαίου, η αποστολή του Λιμενικού μετατοπίζεται, από την “έρευνα και διάσωση”, την προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα και τον έλεγχο των θαλάσσιων συνοριογραμμών, προς την υιοθέτηση της καταστολής και της αποτροπής;» και σημείωσε πως «οι επώνυμες πλέον καταγγελίες λιμενικών και η αποκάλυψη εγκλημάτων σε βάρος προσφύγων και μεταναστών (Πύλος, Χίος κ.α.) νομίζω ότι δίνουν την απάντηση».
Επισήμανε πως το Λιμενικό «δεν πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής και καταστολής προσφύγων, ούτε να συμμετέχει σε ΝΑΤΟικούς και ευρωενωσιακούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Πρώτιστα πρέπει να ενεργεί ως μηχανισμός προστασίας της ανθρώπινης ζωής και της διάσωσης και της ασφάλειας εργαζομένων στη θάλασσα».
«Το βασικό πρόβλημα», επισήμανε, είναι «αν η συνολική πολιτική διαχείρισης υπηρετεί την προστασία των δικαιωμάτων της χώρας ή αυτή είναι στοιχισμένη με τους ευρύτερους σχεδιασμούς της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ».
Τόνισε πως «οι αποστολές του προσωπικού του Λιμενικού Σώματος θα υλοποιούνται σε μια αρένα ανταγωνισμών, άκρως επικίνδυνη και για τους ίδιους τους λιμενικούς, αλλά και για τους αλιείς και ναυτεργάτες, τους πρόσφυγες και μετανάστες».
Συμπλήρωσε ότι «όλες αυτές οι εξελίξεις συνδέονται με την αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου, για την εκμετάλλευσή του από διάφορους μονοπωλιακούς ομίλους της, ληστεύοντας φυσικά τους πλουτοπαραγωγικούς τους πόρους».
«Εμείς οι λιμενικοί έχουμε ως καθήκον τον έλεγχο των θαλάσσιων ζωνών και όχι την υποστήριξη των οικονομικών και γεωπολιτικών σχεδιασμών, που προωθεί μια κυβέρνηση, στο όνομα της δήθεν “εθνικής ασφάλειας” και της γεωπολιτικής αναβάθμισης, δηλαδή, της αύξησης της κερδοφορίας των εταιρειών της Ενέργειας και των εφοπλιστών» ανέφερε και πρόσθεσε πως το προσωπικό του ΛΣ «πρέπει να σταθεί στο πλευρό του λαού που αντιστέκεται στην εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους που γεννούν τα καραβάνια των ξεριζωμένων. Πρέπει να στηρίζει τους ανθρώπους της θάλασσας, τους ψαράδες, τους ναυτεργάτες, προστατεύοντας την ανθρώπινη ζωή, αρνούμενο να εμπλακεί σε πολεμικούς σχεδιασμούς ή και στη διαχείρισή τους».
Οι νέοι επιστήμονες καλούνται να σχεδιάζουν τα μέσα καταστροφής

Η Παρασκευή Κατεβατή, Απόφοιτη του Τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, τόνισε ότι «Οι συμφωνίες εργαστηρίων με τον στρατό και εταιρείες της πολεμικής βιομηχανίας πολλαπλασιάζονται, το ΝΑΤΟ παρεμβαίνει όλο και περισσότερο στις σχολές μέσα από σεμινάρια, θέσεις για πρακτική εργασία και άλλα (…) Ετσι οι νέοι επιστήμονες, αντί να αξιοποιούν το μυαλό και τις γνώσεις τους στην κατεύθυνση της κάλυψης των αναγκών της κοινωνίας, στην εποχή της πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας καλούνται να σκέφτονται και να σχεδιάζουν …ακόμα και τα μέσα καταστροφής της».
Παρουσιάζουν τη στενότερη διασύνδεση της Ελλάδας και των πανεπιστημίων της με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες ως αναγκαία για την άμυνα της χώρας, «δεν απαντούν βέβαια: Γιατί ενισχύεται η συνεργασία με το Ισραήλ, όπως συμβαίνει και στο Πανεπιστήμιο Πατρών, με μια σειρά συμφωνίες με μια χώρα – δολοφόνο, για να μας προστατεύσει από τη γειτονική ΝΑΤΟική χώρα, όπως και η Ελλάδα;
‘Η, πόση ασφάλεια μπορούν να νιώθουν φοιτητές και ερευνητές τη στιγμή που πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα μετατρέπονται σε “στρατηγικούς στόχους”, μπαίνουν στο στόχαστρο πιθανών επιθέσεων, όπως συμβαίνει δηλαδή τώρα με μια σειρά παραδείγματα στα ενεργά ιμπεριαλιστικά μέτωπα;
Μα και αλήθεια, η έρευνα που γίνεται είναι απλά για την άμυνα και την προστασία του ελληνικού λαού και των παιδιών του απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα; ‘Η και η ελληνική αστική τάξη για να αναβαθμίσει τον ρόλο της επιλέγει να μας εμπλέξει πιο βαθιά στον πόλεμο και στα επικίνδυνα σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ για συνδιαχείριση και συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά;
Γι’ αυτό τα παιδιά των εργατικών – λαϊκών οικογενειών δεν μπορούν να δείξουν καμία εμπιστοσύνη στην αστική τάξη, στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, στη λογική των “ήρεμων νερών” που μάταια προσπαθεί να καλλιεργήσει. Αλλά ούτε μπορούν να στοιχηθούν πίσω από τους λεγόμενους “εθνικούς στόχους”, που σημαίνει να γίνουν κρέας για τα κανόνια τους την περίοδο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, μα και θυσίες και “κοστολόγηση” των αναγκών τους την περίοδο της ιμπεριαλιστικής ειρήνης».
«Η νέα γενιά έχει καθήκον να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, συνδέοντας αυτόν τον αγώνα με την πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας, για να απαλλαγεί μια και καλή από το σύστημα που γεννά πολέμους, κρίσεις, φτώχεια. Για την κοινωνία όπου οι παραγωγικές δυνατότητες θα πάψουν να είναι πεδίο ανταγωνισμών και πλουτισμού των μονοπωλίων, αλλά πηγή ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και ευημερίας του ελληνικού και τουρκικού λαού, την κοινωνία του σοσιαλισμού – κομμουνισμού», κατέληξε.
Πρωτοστατούμε ώστε να ισχυροποιηθεί η αντίσταση στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών

Ο Αλέξανδρος Λύτης, Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, μέλοςυ του ΔΣ του επιχειρησιακού σωματείου Intracom Defence υπογράμμισε ότι «Οι εργαζόμενοι στην πολεμική βιομηχανία, όπως και ο υπόλοιπος λαός, βιώνουν όλες τις επιπτώσεις της πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας, της ακρίβειας και της ανασφάλειας, τις επιπτώσεις της ιμπεριαλιστικής ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο».
Εξήγησε ότι η πολεμική βιομηχανία έχει ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από την ίδια τη φύση του αντικειμένου της εργασίας, την άμεση σχέση με το κράτος και τον στρατό, ότι ακολουθεί τον συνολικότερο σχεδιασμό του αστικού συστήματος.
«Οι καπιταλιστές σε καιρό πολέμου επιδιώκουν η τροφοδοσία τους με όπλα και πυρομαχικά να είναι αδιάλειπτη, αξιόπιστη και ταυτόχρονα επικερδής, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν την καταστροφή των ανταγωνιστών τους», τόνισε. Γι’ αυτόν τον λόγο «παίρνουν τα μέτρα τους, που δεν αφορούν μόνο την προστασία του ενός από τον άλλον ιμπεριαλιστή, αφού ο πραγματικός τους αντίπαλος δεν είναι άλλος από την τάξη που της λυμαίνονται τον πλούτο».
«Στη βιομηχανία αυτή ενεργοποιούνται όλοι οι μηχανισμοί που πέρα από την άμεση επίθεση, τις συνδικαλιστικές διώξεις, την προσπάθεια να ξεριζώσουν τους κομμουνιστές από τους χώρους αυτούς, στοχεύουν ιδιαίτερα στο να ταυτίσουν το συμφέρον το δικό μας, της εργατικής τάξης, με το συμφέρον της αστικής τάξης, των αφεντικών μας», επεσήμανε. Και στάθηκε «στο επιχείρημα ότι με τον πόλεμο θα έχουμε μπόλικη δουλειά και θα τρώμε με χρυσά κουτάλια, κάτι που η ίδια η ζωή έχει διαψεύσει, αφού δουλεύουμε χωρίς Συλλογικές Συμβάσεις, με την εντατικοποίηση στο φουλ, με αυξήσεις που εξανεμίστηκαν από την πρώτη μέρα, πριν καν υπολογίσουμε την ακρίβεια σε καύσιμα και Ενέργεια των τελευταίων εβδομάδων».
«Εχουμε καθήκον να υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Καθήκον που είναι αναπόσπαστο από την καθημερινή πάλη για τη συγκρότηση ενός πανελλαδικού κινήματος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων με στόχους πάλης που να αφορούν την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών.
Μέσα σε όλους τους χώρους πρέπει να πρωτοστατήσουμε οι κομμουνιστές, μαζί με τους πρωτοπόρους εργάτες που δεν σηκώνουν το άδικο, ώστε να ισχυροποιηθεί η αντίσταση στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών», κατέληξε.
Η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης έχει αναγκαστικά και αναπόδραστα ταξικό πρόσημο

«Η πολεμική έρευνα στα τουρκικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε συνεργασία με την πολεμική βιομηχανία (όπως και στην Ελλάδα έτσι και στην Τουρκία τη βαφτίζουν “αμυντική βιομηχανία”) γνωρίζει ραγδαία ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια», επεσήμανε ο Θεοφάνης Γραμμένος, αναπληρωτής Καθηγητής (αφυπηρετήσας) Εφαρμοσμένων Μαθηματικών στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και εξήγησε ότι «η συνεργασία πανεπιστημίων και πολεμικής βιομηχανίας έχει θεσμοθετηθεί μέσω δεκάδων επίσημων μηχανισμών, όπου συμφύονται κρατικοί οργανισμοί και μονοπωλιακοί όμιλοι και που αποσκοπούν στη συστηματική κατάρτιση επιστημόνων και τον προσανατολισμό τους στις προτεραιότητες της πολεμικής έρευνας».
Συνέχισε λέγοντας ότι «η εποχή που τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα στους καταστατικούς τους χάρτες απέρριπταν – έστω και τυπικά – την έρευνα για πολεμικούς σκοπούς έχει παρέλθει και έχει αντικατασταθεί από ένα ανελέητο κυνήγι για ερευνητικά προγράμματα συνδεόμενα με τις πολεμικές ανάγκες του κεφαλαίου και συνοδευόμενα από την ανάλογη χρηματοδότηση.
Τη δεκαετία 2015-2025 και μάλιστα με αυξητικές τάσεις, τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα δημόσια ερευνητικά κέντρα συμμετείχαν σε περισσότερα από 14 ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ, στα οποία εμπλεκόταν άμεσα το ΝΑΤΟ και σε περισσότερα από 30 ερευνητικά προγράμματα, επίσης χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ, στα οποία εμπλέκονταν διάφορες υπηρεσίες καταστολής. (…) Ιδιαίτερα μετά τη σαφή στροφή προς την πολεμική οικονομία η σύνδεση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με το ΝΑΤΟ έχει ενταθεί. Tο πρόγραμμα DIANA που δημιουργήθηκε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ το 2021 στοχεύει στην επιτάχυνση της έρευνας και ανάπτυξης των τεχνολογιών διττής χρήσης μέσω νεοφυών επιχειρήσεων. Στην Ελλάδα μέχρι τώρα αξιοποιεί ερευνητικές υποδομές όπως ο “Δημόκριτος”, το ΕΚΕΤΑ στη Θεσσαλονίκη και το ΙΤΕ στην Κρήτη. Ελληνικά Πανεπιστήμια έχουν υπογράψει μνημόνια συνεργασίας με το ΝΑΤΟ».
Οπως κατέληξε, «η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης έχει αναγκαστικά και αναπόδραστα ταξικό πρόσημο. Η διέξοδος είναι ο συλλογικός οργανωμένος αγώνας στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, με προσανατολισμό της έρευνας στην ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών και λαϊκών αναγκών. Αυτό όμως είναι εφικτό μόνο σε μια άλλη κοινωνία, χωρίς ιμπεριαλιστικούς πολέμους και χωρίς καπιταλιστική εκμετάλλευση».









